Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2018


Άγγελος πολιορκητής


Περασμένες εννιά  της  Κυριακής
Η μοναξιά  θυσιάζει το κορμί της.
Στα μάτια σου, το φως κουρσεύουν
οι άγγελοι,
πειρατές της αιωνιότητας.
Από το χαμόγελο σου κυλάει
το ποτάμι μιας ύπαρξης τόσο τρυφερής!
Αυτό το απόγευμα της Κυριακής
συνθλίβει το θόλο των ονείρων μου.
Διαμάντια της ζωής
που βούτηξαν στο χάος
κι από εκεί φεγγίζουν
με μυριάδες χρώματα.
Ποιο χρώμα όμως ν’ ασπαστείς;
Στον ουρανό διαγράφεται το τόξο του έρωτα σου,
μικρή κι αγαπημένη…

Εγώ βουλιάζω στα χρώματα της Κυριακής,
στα βάθη του δειλινού της.
Βαμμένος  την  πορφύρα
και τη μενεξεδένια του πανδαισία,
την πιο μελαγχολική.
Καθώς η μοναξιά θυσιάζει το κορμί της,
τελετουργώ στην αιωνιότητα, πλάι της
ως άγγελος - πειρατής,
πολιορκώντας την κάθε νύκτα.

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2018




Πέντε αισθήσεις

Ένας νέος  ήλιος,                                                    
μια άλλη μέρα.                                                
 Όμως δεν αλλάζει,                         
δεν πεθαίνει το φως.
Υπομένει μόνο στο χρόνο
να σβήνει αργά-αργά,
μέρα με τη μέρα.

         *

Δοκίμασα τη θάλασσα
σ’ ένα κομμάτι ξερό ψωμί,
ποτίζοντάς το με την αρμύρα της.
Όπως τα σώματα
σαν πλημμυρίζουν έρωτα
κι εγκαταλείπουν
την ξηρασία της ζωής τους.

            *

Ο ζωγράφος σήκωσε ψηλά το πινέλο
να σημαδέψει το κέντρο του καμβά…
Ένα πολύχρωμο δάκρυ να κυλήσει,
κάτω από τα μάτια
μιας παλιάς προσωπογραφίας.

              *
                         
Της παρουσίας σου
είναι ο θησαυρός
π’ αναστατώνει την ύπαρξή μου.
Και σαν τον πειρατή
π’ εξερευνά
τον χάρτη των ματιών σου,
ιχνηλατώντας,
αποζητώ να αράξω εκεί,
στις όχθες της καρδιάς σου.

               *

Η αλήθεια κρύβεται
σ’ ένα άτολμο βλέμμα σου.
Ο χορός των αυλητρίδων
πάνω στα χείλη σου,
πιστοποιεί
την αδιάψευστη επιθυμία σου.


Κυριακή 26 Αυγούστου 2018


ΕΠΙΖΩΝΤΕΣ



Μπορεί μέσα στην απόγνωσή τους

να κωπηλατούσαν με σίδερα

βυθισμένα στα κορμιά τους

Τα περιστέρια μάς έφερναν κλωνάρια

απ’ τις ελιές που ’χαν φυτέψει.

Μπορούσαμε κιόλας να πατήσουμε στις σκάλες

που από το βυθό είχαν υψώσει.

Αυτοί, αναδυόμενοι κωπηλάτες των βάλτων

μόλις πέρασαν από στενά στεφάνια με φωτιά

αναρριχήθηκαν σ’ απόκρημνες βουνοπλαγιές.

Με κύκλους καπνού το σινιάλο τους

Ο θρίαμβος τους, τα λασπωμένα ιμάτιά τους...


Το νερό που οπισθοχωρούσε

άφηνε κάτω από τα βλέμματά μας το βυθό

με τα σπίτια τους, τους κήπους, τον ήλιο

και γύρω απ' όλα αυτά, λίθους πολύτιμους

τα σώματά τους.



Η  ΛΗΣΜΟΝΙΑ



Και να τώρα, βρισκόμαστε όπως και τότε,
μες  στην αφροθαλασσιά, κλείνοντας τα μάτια
όπως οι μαργαρίτες στο σεληνόφως τ’ ανοιξιάτικο˙
αφήνοντας τις σκέψεις να πλένε στο γαλάζιο
όπως τ’ αλόγατα όταν τρέχουν στα λιβάδια.
Οι ηλιαχτίδες κένταγαν πάνω μας την ελπίδα
Κι όταν ανοίγαμε τα μάτια, αλλαγμένος ο κόσμος
Σα να είχαμε χαθεί χρόνια στο βυθό της θάλασσας.
Κι έμενε μια ανάμνηση... μια κενή ανάμνηση...
Η λησμονιά…
Μια φορά όπως και τώρα.

Νίκος Δεληγιάννης
Μέσα από τα βάθη του χρόνου
 Εκδόσεις Ίδμων