Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026


 

 

  ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

 ΝΙΚΟΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ

       Πέτρινοι τοίχοι, πέτρινο κρεβάτι, πέτρινο τραπέζι. Ένα σπίτι κτισμένο με πέτρα μέσα κι έξω.

    Ο Χάρης και η Σεσίλ στροβιλίζονταν σ΄ αυτό το κρεβάτι όλη τη νύκτα με τα σώματά τους ενωμένα. Μεθυσμένοι από τον έρωτα, ένιωθαν τον πόθο να τους κυριεύει ολοένα και πιο έντονος. Τέλειωναν πλημμυρισμένοι από ηδονή και άρχιζαν ξανά.

    Λίγο πριν ξημερώσει, μόνο τότε αφέθηκαν στα χέρια του ύπνου. Κατάκοποι, αλλά γαλήνιοι, παρασυρμένοι από τις αισθήσεις τους, σαν να είχαν διασχίσει μια θάλασσα με τρικυμία και τώρα ξαπόσταιναν στη χρυσή της αμμουδιά.

    Το σπίτι αυτό το είχαν νοικιάσει για λίγες ημέρες, συγκεκριμένα για μία εβδομάδα, με διαμεσολάβηση ενός ξαδέλφου του Χάρη που έμενε μόνιμα στη Μύκονο. 

    Σάββατο πρωί ετοίμασαν τις αποσκευές τους και κατευθύνθηκαν με τη μηχανή τους στη Ραφήνα.

    Η Σεσίλ καθισμένη πίσω, έσφιγγε τον Χάρη από τη μέση, ενώ ένιωθε το αεράκι να δροσίζει το πρόσωπό της.  Το πλοίο έφευγε στις επτά κι αυτοί έφτασαν μισή ώρα νωρίτερα. Ήταν πολύ χαρούμενοι γιατί πίστευαν ότι θα δικαιωθούν για αυτή την επιλογή τους.

    Επιβιβάστηκαν και εξερεύνησαν χαλαρά το πλοίο. Βρήκαν δυο θέσεις στο κατάστρωμα και κάθισαν. Πόσο ανυπομονούσαν να φτάσουν στο νησί! Το ταξίδι τους ήταν υπέροχο και αυτοί δεν χόρταιναν να αγναντεύουν τη θάλασσα και να απολαμβάνουν τον πρωι-νό ήλιο. Οι γλάροι ανοίγοντας τις μεγάλες φτερούγες τους συνόδευαν το πλοίο σε όλο το ταξίδι. Βουτούσαν κάθε τόσο στο νερό, για να αρπάξουν κάποιο ψάρι, έχοντας από πριν σημαδέψει τον στόχο τους.

    Ο Χάρης έσφιγγε την Σεσίλ από τους ώμους και κάθε τόσο της έδινε ένα φιλί στο στόμα. Ο έρωτας και η χαρά δεν κρύβονται, είναι δημιουργίες με φως και αλήθεια.

    Η Σεσίλ ήταν ιδιαίτερα χαρούμενη γιατί ήταν η πρώτη χρονιά που επισκεπτόταν την Ελλάδα και γευόταν τη μοναδική ομορφιά της. Εκείνη γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια αγροτική περιοχή της Γαλλίας, κοντά στο Αννεσύ.  Ο ουρανός τις περισσότερες ημέρες ήταν συννεφιασμένος και ο αέρας ερχόταν παγωμένος από τα γύρω βουνά.

      Η θάλασσα και ο ήλιος της Ελλάδας την είχαν μαγέψει και όλη αυτή τη μαγεία την εξέπεμπαν τα μάτια της. Ήταν τόσο φωτεινά, γεμάτα πάθος και ικανοποίηση που ξετρέλαιναν τον Χάρη και δυνάμωναν τον έρωτά του για κείνη.

   Τώρα ο προορισμός τους ήταν το πανέμορφο νησί της Μυκόνου, με τις απίθανες παραλίες και το αστείρευτο φως της. Εκτός από τη γραφικότητά της, η ξέφρενη ζωή της νύκτας την είχε κάνει διάσημη σε όλο τον κόσμο. Χιλιάδες τουρίστες συρρέουν κάθε χρόνο για να γευτούν τις ομορφιές της.

   Το ταξίδι είχε μια μικρή καθυστέρηση γιατί το πλοίο έδεσε για λίγο στη Σύρα για να αποβιβάσει κόσμο. Πληγιάζοντας το καράβι στο νησί των ανέμων, φάνηκαν οι ανεμόμυλοι, περήφανοι σαν πέτρινοι γίγαντες. Τα κύματα έσκαγαν με ορμή στον ντόκο και ο καπετάνιος αναγκάστηκε να κάνει αρκετές μανούβρες μέχρι να αγκυροβολήσει το πλοίο.

    Ο Χάρης με την Σεσίλ βρίσκονταν ήδη πάνω στη μηχανή τους και με το που άνοιξε η μπουκαπόρτα βγήκαν από τους πρώτους για να ακολουθήσουν μετά πίσω τους τα αυτοκίνητα.

     Ο Χάρης πάτησε ελαφριά το γκάζι και ξεκίνησαν δίχως όμως να βιάζονται. Είχαν ήδη ρωτήσει για την περιοχή του ενοικιαζόμενου σπιτιού και κατευθύνθηκαν για εκεί.

     Η ιδιοκτήτρια, μία όμορφη γυναίκα γύρω στα σαράντα, τους υποδέχτηκε με ευχάριστη διάθεση. Αλλά και οι δυο τους ήταν χαρούμενοι γιατί τους άρεσε πολύ το  σπίτι.  Ήταν ένα κατάλευκο διώροφο. Τους έδωσε το κλειδί για το ισόγειο. Το ζευγάρι μπήκε μέσα και πραγματικά ενθουσιάστηκε.  Όλα ήταν φτιαγμένα από πέτρα. Το μπάνιο, το κρεβάτι, το τραπέζι. Και πολύ δροσερό.

   Τακτοποιήθηκαν  γρήγορα προκειμένου να κατέβουν στη χώρα της Μυκόνου. Είχαν μεγάλη ανυπομονησία να την περπατήσουν και να την ανακαλύψουν.

    Είχε μεσημεριάσει, ωστόσο δεν τους πτοούσε ο καυτός ήλιος, ούτε  και η ζέστη παρότι καταντούσε κάποιες στιγμές ιδιαίτερα αποπνικτική.   

    Χάθηκαν στα πλακόστρωτα δρομάκια της Χώρας, εντυπωσιασμένοι από το θαύμα αυτό της κυκλαδίτικης αρχιτεκτονικής. Τα χρώματα του ουρανού και της θάλασσας δέσποζαν στα σπίτια, σε κάθε γειτονιά. Δεν ήξεραν ποιο μονοπάτι να ακολουθήσουν, κάθε γωνιά έκρυβε και μια έκπληξη.

   Ο Χάρης αγκάλιασε την Σεσίλ από τους ώμους και εκείνη πέρασε το χέρι της στη μέση του και τον έσφιγγε. Δεν ήξεραν πώς να εκφράσουν τον ενθουσιασμό τους.

Φτάνοντας στην προκυμαία, κάθισαν να πιούν καφέ. Δεν είχε και τόσο μεγάλη κίνηση. Ο κόσμος βρισκόταν στις παραλίες.

Έπιναν τον καφέ και συζητούσαν. Κάποια στιγμή ο Χάρης, κοιτώντας τη θάλασσα και τον ουρανό παρατήρησε πως το φως του ήλιου ήταν πολύ διαφορετικό, πιο έντονο και πιο λαμπερό. Δεν είχε ξανανιώσει σε άλλο μέρος αυτή τη διαφορά. Όλα άστραφταν, τα σπίτια, οι δρόμοι, τα ψαροκάικα, ακόμα και οι άνθρωποι που περπατούσαν ήταν σα να φεγγοβολούσαν τα πρόσωπά τους. Μέσα σ’ αυτό το εκστατικό περιβάλλον, η διάθεσή τους ήταν στα ύψη, σα να μην ένιωθαν κανένα δισταγμό να αποκαλύψουν τις πιο σκοτεινές πλευρές  της ψυχής τους. 

     Ο Χάρης και η Σεσίλ είχαν βολευτεί τόσο πολύ που δεν ήθελαν να φύγουν. Παρήγγειλαν διάφορους μεζέδες και τους απολάμβαναν πίνοντας ουζάκι. Η ώρα περνούσε αλλά ήταν τόσο όμορφα! Πήγε σχεδόν έξι η ώρα το απόγευμα, όταν αποφάσισαν να επιστρέψουν στο σπίτι. Διασχίζοντας το δρόμο, δεν χόρταιναν να θαυμάζουν τη γραφική ομορφιά του νησιού. Έφτασαν στην Μικρή Βενετία, με την υπέροχη θέα προς το πέλαγος και αποφάσισαν να πιούν ένα καφεδάκι. Κουβέντιαζαν και απολάμβαναν  το υπέροχο ηλιοβασίλεμα με τις τόσες εναλλαγές των χρωμάτων στον ουρανό.

      Έπρεπε όμως να επιστρέψουν στο σπίτι για να ξεκουραστούν. Μόλις μπήκαν μέσα στο σπίτι η μεθυστική αύρα που τους είχε κατακλύσει τους οδήγησε κατευθείαν στο κρεβάτι. Το ερωτικό τους παιχνίδι ήταν ασταμάτητο. Τα κορμιά τους βυθίζονταν στο πέλαγος της ηδονής.

     Αποφάσισαν να μείνουν μέσα και ξεκούραστοι την επομένη να αλωνίσουν τις παραλίες. Δεν ήθελαν να φάνε αλλά να πιούν. Το ψυγείο τους ήταν γεμάτο με μπύρες και άλλα δροσιστικά ποτά  που είχαν μεταφέρει από την Αθήνα.

     Το πρωί τους βρήκε σφιχταγκαλιασμένους στο πέτρινο κρεβάτι. Ένα χαμόγελο ευτυχίας διαγραφόταν στα χείλη τους και η διάθεσή τους ήταν στα ύψη. Σηκώθηκαν και πήραν πρωινό στη μικρή αυλή κάτω από τον ίσκιο ενός δέντρου. Στη συνέχεια ετοίμασαν τα απαραίτητα εφόδια και ξεκίνησαν για τις παραλίες με τη μηχανή τους. Είχαν σκοπό τις ημέρες της διαμονής τους να γνωρίσουν και να κολυμπήσουν σε όλες τις παραλίες του νησιού. Ψαρρού, Πλατύς γιαλός, παραλία Ελιά. Στις τρεις αυτές παραλίες πέρασαν την πρώτη τους ημέρα, κολυμπώντας και κάνοντας ηλιοθεραπεία. Η διαδρομή υπέροχη, ένα έντονο αίσθημα ελευθερίας τους είχε κυριεύσει που έπαιρνε πνοή με το φύσημα του ανέμου.

      Το απόγευμα επέστρεψαν στο σπίτι, κατάκοποι αλλά πανέτοιμοι ψυχικά για τη βραδινή τους έξοδο. Έκαναν ένα δροσιστικό ντους και ξάπλωσαν λίγη ώρα να  ξεκουραστούν. Η Σεσίλ άρχισε να χαϊδεύει τον Χάρη στο στήθος και να ψιθυρίζει στο αυτί του λόγια αγάπης. Αυτό στάθηκε η αφορμή για να ξαναρχίσουν τα ερωτικά τους παιχνίδια.

     Η νυκτερινή ζωή της Μυκόνου είναι φημισμένη σε όλο τον κόσμο. Οι τουρίστες έρχονται στο νησί,  όχι μόνο για τις όμορφες παραλίες της αλλά και για τα ωραία μαγαζιά και τα πάρτι που ξεσηκώνουν τις αισθήσεις. Τραγούδι, χορός, καλό φαγητό και άφθονο ποτό σίγουρα ικανοποιούν όλες τις προτιμήσεις των επισκεπτών. Οι νύκτες είναι μαγικές καθώς τις περιβάλλει μία ατμόσφαιρα ερωτική και υποβλητική από κάθε πλευρά.

    Οι δύο νέοι περπατούσαν στα πλακόστρωτα δρομάκια, πιασμένοι από το χέρι, ενθουσιασμένοι για όσα έβλεπαν γύρω τους.

Έφαγαν, ήπιαν και γλέντησαν με την ψυχή τους.

     Τις δύο επόμενες ημέρες, με τη μηχανή τους επισκέφτηκαν και άλλες παραλίες. Ορνός, Παράγκα, Καλό Λιβάδι, Αγ. Στέφανος, Παραντάις, Πάνορμος, ο προορισμός τους καθώς στις αμμουδιές αυτές έχουν χαραχτεί τα χρυσά όνειρα των ερωτευμένων. Στα νερά τους δροσίζονται αιώνες τώρα τα πιο λαμπερά φεγγάρια του χρόνου, ενώ ο ήλιος βυθίζει το κύπελλό του, ταξιδεύοντας τους αιωνόβιους ήρωες της μυθολογίας από την ανατολή στη δύση και αντίστροφα.

     Την τέταρτη ημέρα αποφάσισαν να γνωρίσουν τη Δήλο. Αυτό το μικρό νησί με τη μεγάλη όμως ιστορία και ιερότητα κατά την αρχαιότητα. Ένα μέρος που τιμήθηκε από Έλληνες και ξένους και αποτελεί προορισμό χιλιάδων επισκεπτών από όλο τον κόσμο. Εκεί βρήκε καταφύγιο η Λητώ, κυνηγημένη από την Ήρα για να γεννήσει ακουμπισμένη στον μοναδικό φοίνικα του νησιού, την Άρτεμη, θεά του νυκτερινού φωτός που διαχέει το φως στη γη η σελήνη, προστάτιδα του ζωικού και φυτικού βασιλείου και την επομένη τον πανέμορφο Απόλλωνα, θεό του ημερήσιου φωτός του εκπέμπει στο σύμπαν ο ζωοδότης ήλιος.

     Το πλοιάριο τράβηξε τον κάβο και ξεκίνησε για το ιερό νησί. Όλα ήταν ήρεμα στην αρχή. Τα κύματα έσκαγαν στη μικρή πλώρη που έσχιζε τη θάλασσα. Λίγη ώρα όμως μετά, ο άνεμος δυνάμωσε και το μικρό σκάφος άρχισε να ταλανίζεται με τα κύματα. Ο Χάρης και η Σεσίλ, έσφιγγαν ο ένας το χέρι του άλλου σουφρώνοντας από φόβο τα χείλη τους. Μεγάλες σταγόνες νερού έλουζαν τα πρόσωπά τους.

      Όλοι ήταν τρομαγμένοι καθώς το μικρό πλοιάριο έφτανε στα ύψη κάθε φορά που το χτυπούσαν τα κύματα και στη συνέχεια έσκαβε βαθιά με την πλώρη του τη θάλασσα. Το μόνο που τους παρηγορούσε ήταν η ψυχραιμία του καπετάνιου, ο οποίος γυρνούσε πότε δεξιά, πότε αριστερά το τιμόνι αγναντεύοντας ατάραχος το πέλαγος.

      Επιτέλους μετά από κάμποση ώρα ταλαιπωρίας και τρομάρας φάνηκε η Δήλος. Κατεβάζοντας ταχύτητα ο καπετάνιος, πλησίασε το λιμανάκι και με δυο μανούβρες πλεύρισε στη μικρή προβλήτα. Έριξε τη μικρή άγκυρα και κατέβηκε να δέσει τα σκοινιά στις δέστρες. Οι επιβάτες ζαλισμένοι εξαιτίας της θαλασσοταραχής, αποβιβάστηκαν προσεκτικά από το σκάφος. Ο Χάρης και η Σεσίλ τους ακολούθησαν. Τον φόβο, τον διαδέχτηκε η χαρά γιατί είχαν τώρα την ευκαιρία να γνωρίσουν το ιερό νησί και τα μνημεία του.

     Η Δήλος, ή αλλιώς Φανερωμένη γιατί αναδύθηκε από τη θάλασσα, είναι ο μεγαλύτερος αρχαιολογικός χώρος της Ελλάδας και έχει ανακηρυχθεί από το 1990 μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς. Τα ιερά πολλών θεών κοσμούν το νησί, ενώ στην αρχαιότητα κατοικήθηκε από χιλιάδες ανθρώπους με διαφορετικότητα εθνικότητας και θρησκείας. Ένας μέρος που συνυπήρξαν ειρηνικά πολλοί λαοί της Μεσογείου.

     Ο Χάρης και η Σεσίλ ακολούθησαν τους υπόλοιπους επισκέπτες στην περιήγησή τους μέσα από τα αρχαία μονοπάτια. Η λαμπρότητα του ήλιου ήταν μοναδική και πρωτόγνωρη στη Δήλο. Αποκάλυπτε όλο το μεγαλείο  και τη ξεχωριστή θέση του νησιού στον ελλαδικό χώρο και ότι δεν ήταν τυχαίο που εκεί γεννήθηκαν οι θεοί του φωτός, στις όχθες μιας λίμνης που οι αρχαίοι για να την προστατέψουν τοποθέτησαν δεκαέξι τεράστια μαρμάρινα λιοντάρια να τη φρουρούν.

Διασχίζοντας τα δρομάκια για τα ιερά μνημεία, ο Χάρης τής διηγήθηκε την περίφημη ιστορία της γέννησης της Αρτέμιδος και του Απόλλωνα.

     Εντυπωσιασμένη η Σεσίλ τον άκουγε. Οι γνώσεις της για την ελληνική μυθολογία ήταν γενικές και δεν είχε ασχοληθεί περαιτέρω.  Σύμφωνα λοιπόν με την μυθολογική παράδοση, η μέρα που γεννήθηκαν τα δίδυμα αδέλφια ήταν ξεχωριστή. Η λαμπερή Άρτεμις, η θεά του κυνηγιού και προστάτιδα της φύσης, η οποία γεννήθηκε πρώτη, βοήθησε τη μάνα της, τη Λητώ, στον τοκετό του αδελφού της.  Έτσι όταν ήρθε στον κόσμο ο Απόλλων, ο θεός του Φωτός, της αρμονίας και της μαντικής τέχνης και αντίκρισε το δυνατό φως που περιέλουζε το νησί, η γέννησή του συνοδεύτηκε με τους ύμνους των θεών.

Η Θέμιδα τού έδωσε νέκταρ και αμβροσία και εκείνος μεγάλωσε απότομα, κάνοντας περήφανη τη μάνα του που γέννησε ένα τόσο όμορφο παλικάρι. Ο Απόλλων διάλεξε τα σύμβολα της δύναμής του, το τόξο και τη λύρα για να υμνεί τα έργα του πατέρα του Δία. Τη μέρα εκείνη ολόκληρο το νησί μοσχοβολούσε και τα θεμέλια λέγεται πως έγιναν χρυσαφένια ενώ κύκνοι τραγουδούσαν κάνοντας γύρους πάνω από το νησί.

     Δεν ήξεραν τι να πρωτοθαυμάσουν! Από αυτά τα ερείπια αναδυόταν όλη η θρησκευτική κατάνυξη που συμπλήρωνε τη λατρεία των αρχαίων Ελλήνων. Ο ναός του Ερμή στη Στοά του Φιλίππου, ο Μέγας ναός των Δηλίων για τον Απόλλωνα, η Μινώα Κρήνη, το Άνδηρο των Λεόντων, το Στοιβάδειο με το άγαλμα του Διονύσου και τους δυο ηθοποιούς, οι Ναοί της Ίσιδας και της Ήρας, η οικία του Διονύσου, το θέατρο και άλλα αξιοθαύμαστα μνημεία προκαλούσαν το τεράστιο ενδιαφέρον των επισκεπτών. Τέλος το μουσείο με τα γλυπτά, τα ανάγλυφα και τα αγγεία που έφεραν στο φως οι ανασκαφές.

    Όλοι ένιωθαν τόσο υπέροχα που έβλεπαν από κοντά αυτά και θα ήθελαν βεβαίως  να κάτσουν εκεί κι άλλη ώρα για να τα περιεργαστούν όλα προσεκτικά. Αλλά ως γνωστό, δεν επιτρέπεται η διανυκτέρευση, οπότε το πλοιάριο επέστρεψε το μεσημέρι για να τους φέρει πίσω στη Μύκονο.

     Την επομένη, το πρωί, ο Χάρης και η Σεσίλ, πριν τραβήξουν για τις παραλίες κατέβηκαν στη χώρα για πρωινό. Οι ηλιαχτίδες, με μια ξεχωριστή λαμπρότητα όμοια με αυτή της Δήλου, έλουζαν το νησί σε όλη του την έκταση.

      Γοητευμένοι και οι δυο τους αποφάσισαν να συνεχίσουν το υπόλοιπο της διαμονής τους εκεί με κολύμπι σε όσες παραλίες δεν είχαν πάει ακόμη, αλλά και με την εξερεύνηση της Μυκόνου ανακαλύπτοντας όλη την ιστορία της. Δεν σκόπευαν να κοιμηθούν, τρεις νύχτες θα άντεχαν. Δεν ήθελαν να αφήσουν ούτε ένα λεπτό να περάσει χωρίς να βιώσουν όλη αυτή τη μαγεία. Κυρίως τώρα που μετά από χρόνια το όνειρό τους έγινε πραγματικότητα, το ταξίδι τους στη Μύκονο, αυτό το νησί των Κυκλάδων με το φωτοστέφανο γύρω του, φτιαγμένο από τα χέρια των αρχαίων θεών και βαπτισμένο στο μεγαλείο των χριστιανικού πνεύματος, ένας προορισμός που εξάπτει τη φαντασία, ένα σταυροδρόμι ζωής και έρωτα με παγκόσμια εμβέλεια.

    Η επιστροφή τους στην Αθήνα γέμισε την καρδιά τους θλίψη, γιατί οι διακοπές τέλειωσαν και όλα όσα έζησαν ανήκαν πια στη σφαίρα των αναμνήσεων. Η μνήμη τους θα ανατρέχει πάντα στις πανέμορφες αυτές στιγμές, ωστόσο δεν ήξεραν αν ήταν εύκολο να ξαναπάνε στο νησί αυτό.

     Υπήρχε γενικότερα μία αβεβαιότητα για το πότε θα συναντηθούν ξανά, μιας και η Σεσίλ έπρεπε να επιστρέψει στην πατρίδα της και στην εργασία της.

        Έμειναν μαζί πέντε μέρες ακόμα, κάνοντας ατέλειωτες βόλτες στην Αθήνα. Και πού δεν την ξενάγησε. Γύρισαν όλους τους αρχαιολογικούς χώρους, περπάτησαν αγκαλιασμένοι στους μεγάλους δρόμους της αιώνιας πόλης, ήπιαν και χόρεψαν στα σοκάκια της Πλάκας, πέρασαν μία ολόκληρη μέρα στον Εθνικό κήπο, από νωρίς το πρωί, σεργιανώντας στα δρομάκια του αγκαλιασμένοι και έζησαν με κάθε τρόπο τη νυκτερινή ζωή της πόλης. Ο Χάρης και η Σεσίλ με τη μηχανή γύρισαν και άλλα μέρη της Αττικής, ενώ δύο βράδια διανυκτέρευσαν σε ξενοδοχείο στον Πειραιά. Η Σεσίλ ήταν ενθουσιασμένη με όλες αυτές τις ομορφιές, όμως πάντα στις συζητήσεις τους ανάτρεχαν στη Μύκονο και σε όσα έζησαν εκεί.

     Τελικά έφτασε η μέρα της επιστροφής και του αποχωρισμού της από τον Χάρη. Κάλεσαν το πρωί ένα ταξί και φόρτωσαν τις αποσκευές της Σεσίλ. Σε όλη τη διαδρομή ο Χάρης την έσφιγγε πάνω του από τους ώμους, ενώ ψυχολογικά ήταν και οι δυο τους σε άσχημη κατάσταση.

      Μόλις έφτασαν στο αεροδρόμιο διεκπεραίωσαν όλες τις απαραίτητες διαδικασίες του ταξιδιού. Περιμένοντας να έρθει η ώρα της επιβίβασης, είχαν αγκαλιαστεί σφιχτά και δεν ξεκόλλαγε ο ένας από τον άλλο. Πόσο θα ήθελαν να είναι γρήγορα μαζί. Ήξεραν όμως και πολλά πράγματα στη ζωή δεν γίνονται σύμφωνα με τις επιθυμίες μας. Κι αν  είναι  η τελευταία φορά που βρίσκονται μαζί, κι αν οι αναμνήσεις των διακοπών τους στη Μύκονο και τη Δήλο, όπως και η ξέφρενη ζωή που έζησαν στην Αθήνα και τον Πειραιά έχουν ήδη καταχωνιαστεί στο σκοτεινό ερμάριο του χρόνου; Απορίες που εξέφραζαν σιωπηλά τα μάτια τους. Στα λόγια τους βέβαια υπήρχε η υπόσχεση ότι γρήγορα θα ανταμώσουν ξανά, όσο κι αν αυτό κατά βάθος, φαινόταν εξαιρετικά δύσκολο, εξαιτίας των περιστάσεων της ζωής.

     Η Σεσίλ τον αποχαιρέτησε με ένα παθιασμένο φιλί στο στόμα. Μπαίνοντας στον διάδρομο της αναχώρησης δεν ξεκολλούσε το βλέμμα της από πάνω του. Τα μάτια τους είχαν κατακλυστεί  μ’ εκείνο το λαμπερό φως της Δήλου και της Μυκόνου, ενώ ο Απόλλων με φωτοστέφανο στο κεφάλι, εκεί κοντά, έπαιζε στη λύρα του ένα λυπητερό σκοπό, πλημμυρισμένο όμως από πόθο βαθύ και έρωτα αιώνιο στις θεϊκές νότες του.


 


 






 


 


 


 

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

 

Έρωτας δίχως σκιές


 

 

Μια πυραμίδα χρωμάτων

σωριάστηκε στα πόδια σου

 

Όλα γύρω σου φωτίστηκαν

από τις αντανακλάσεις τους

και οι σκιές τους μαρτυρούν

μια ατίθαση ψυχή που καρτερά

να φωλιάσει στο φως της αγάπης

 

Οι δρόμοι όλοι ανοίγουν

στο τόσο πειθήνιό σου βλέμμα!

 

Μια λάμψη σαν κόψη στον ορίζοντα

 

Ένα έρωτας απρόσμενος για σένα

που με κινεί και με ταξιδεύει!



    Διεκδικήσεις

Όλα όσα ομολογεί το σώμα
είναι επικίνδυνα περάσματα,
με προορισμό την ηδονή ή τη μοναξιά.
Όλα όσα ομολογούν τα μάτια
είναι μια γέφυρα που ενώνει
την αλήθεια με το ψέμα.
Κι έρχεται η ζωή να διεκδικήσει
το αδαμάντινο διάδημά της,
ο έρωτας να ανασύρει
όλα όσα κρύβονται κάτω από τη γη
κι αυτά που χάνονται στο βάθος
των αστεριών,
αφήνοντας πληγές εγχάρακτες
πάνω στα σώματα…


ΝΙΚΟΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025

 

ΑΝΑΣΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Στη σιωπή, αφουγκραζόμαστε
το πάθος του έρωτα.
Τυλίγει τα σώματα,
αναστατώνει τα θεμέλια της γης
κι αφήνει φωτεινά σημάδια
να χορεύουν στον ουρανό.

Μεθά τη νύχτα με μαγεία κι οράματα,
σπινθηρίζει σε κάθε γωνιά του σύμπαντος.

Η ανάσα του, κύμα·
γκρεμίζει στην άβυσσο
όλες τις πέτρες της θλίψης.

Με ένα βλέμμα του καλεί
σε φυγή τη μοναξιά
και την άνοιξη ολόκληρη

τη γη ν’ αγκαλιάσει..

 

ΝΙΚΟΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ

ΤΟ ΕΡΕΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΛΞΗΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΝΟΕΣ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΣ-ΕΠΥΛΛΙΟΝ

 

 

 

ΕΛΙΞΗΡΙΟ

 

Όρθωσε το ανάστημά σου
Σε όσα σωριάζονται μπροστά σου.
Ανυψώσου σαν σφαίρα μυθική,
ανάλαφρη, με πλευρές αλύγιστες
και αχτίνες φωτός
που ανοίγουν δρόμους στο σκοτάδι.

Μην παραδοθείς
στην έλξη των αναμνήσεων·
κράτησε τη φλόγα σου
σαν φάρο άσβεστο
και στα κύματα αγέρωχο.

ΝΙΚΟΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ

ΤΟ ΕΡΕΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΛΞΗΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΝΟΕΣ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΣ-ΕΠΥΛΛΙΟΝ

Σάββατο 29 Μαρτίου 2025

 

NIKOS DELGIANNIS-POEMS

 

Formation

I have nothing to share with you
or divide, for you are a star
that chose the endless silence
of the universe
and the languor of chaos.

Yet, the light climbing
the dark side of your heart
can make me tremble
and face the enigmatic beam
that balances
the torrent of your desires,

just like your hidden vision, shaped
to keep the world awake,

stirring the shining waters of serenity
on your love-stricken, incurable body.

Formation

Je n’ai rien à partager avec toi
ou à diviser, car tu es une étoile
qui a choisi le silence infini
de l’univers
et la langueur du chaos.

Pourtant, la lumière qui gravit
le côté sombre de ton cœur
peut me faire frissonner
et affronter le rayon énigmatique
qui équilibre
le torrent de tes désirs,

tout comme ta vision cachée, forgée
pour maintenir le monde en éveil,

agitant les eaux scintillantes de la sérénité
sur ton corps, incurablement épris d’amour.

The Key

The distances in our lives are small,
so do not grieve for what has passed.
I sit on my balcony
and think of you.
I hold your gift in my hands,
your scent lingers everywhere—
a memory
of when you met me
and fell into my embrace.

Your burning breath
and your tender lips
set my senses ablaze.
Do not leave again.

And now, crossing
the path of return,
I want you to know
that in my hands
lies the key
to open my heart.

La Clé

Les distances dans nos vies sont petites,
alors ne pleure pas ce qui est passé.
Je suis assis sur mon balcon
et je pense à toi.
Je tiens ton cadeau dans mes mains,
ton parfum flotte partout—
un souvenir
de ces instants où tu me rencontrais
et tombais dans mes bras.

Ton souffle brûlant
et tes lèvres tendres
embrasaient mes sens.
Ne pars plus jamais.

Et maintenant, en traversant
le chemin du retour,
je veux que tu saches
que dans mes mains
se trouve la clé
pour ouvrir mon cœur.

 

Deeds

There are words that vanish,
carried away by the tide
of oblivion.
There are emotions
that rise again,
lifted high by the winds of the soul.

Everything that exists in the mind
and the heart,
reviving and dying
in tempests
and moments of calm,
shapes
the course of life.

Small and great alternations—
with winds
and stillness,
with goals
and aimlessness—
for no matter what happens on earth,
in the end, the world
gets drunk only
on the scents of love.

Actes accomplis

Il y a des mots qui disparaissent,
emportés par la marée
de l’oubli.
Il y a des émotions
qui renaissent,
portées haut par les vents de l’âme.

Tout ce qui existe dans l’esprit
et dans le cœur,
renaissant et mourant
dans les tempêtes
et les instants de calme,
façonne
le cours de la vie.

Petits et grands changements—
avec vents
et accalmies,
avec buts
et errances—
car, quoi qu’il arrive sur terre,
au final, le monde
s’enivre seulement
des parfums de l’amour.

Thirst for Life

Bright points on the horizon,
golden strands—the rays
of the moon,
adorn the night
with inexhaustible light.

Dull landscapes trembled
at the breath of the wind,
flashing as they rolled
into the hands of nature.

Flowers bloomed
in the expectation of love.

A night never seen before,
as bodies writhe in the streets,
thirsting for love.

Soif de vie

Points lumineux à l’horizon,
mèches dorées—les rayons
de la lune,
parent la nuit
d’une lumière inépuisable.

Les paysages ternes frémissaient
sous le souffle du vent,
étincelants en roulant
dans les bras de la nature.

Les fleurs s’épanouirent
dans l’attente de l’amour.

Une nuit inédite,
où les corps frémissent dans les rues,
assoiffés d’amour.

 

 

Like a Painting

Behind the sun,
there is another sun,
a firestarter of loves;
it tames
with its radiant light
the untamed soul of loneliness
and leads to the future.

An unwaning light,
far from the stars,
shines secretly in hearts
and stirs with its warmth
desires and sensations;
a champion
of a wave-tossed pleasure
that floods the galaxy
and reveals itself
like a mythical painting,
as heaven’s eyelid
leans over it
and covers it.

Comme une Peinture

Derrière le soleil,
il y a un autre soleil,
un embraseur d’amours ;
il dompte
de sa lumière éclatante
l’âme indomptée de la solitude
et guide vers l’avenir.

Une lumière éternelle,
loin des étoiles,
brille secrètement dans les cœurs
et éveille de sa chaleur
désirs et sensations ;
un défenseur
d’un plaisir tumultueux
qui inonde la galaxie
et se révèle
comme une peinture mythique,
tandis que la paupière du ciel
se penche sur lui
et le recouvre.

 

The Giver of Love

The star-lit love rose again,
above the pale foundation of chaos.

The sun bent over and kissed it,
its burning forehead trembled with joy.

The towering walls of loneliness crumbled,
gathering into the map that sketches its future.

The revived love holds the heart of the earth,
the charioteer guiding his golden carriage,

scattering windflowers everywhere, ceaselessly,
tirelessly awakening the senses with soft breaths.

And upon his chest, every caress is woven—
love, taking and giving light, eternally.

L’Amour Donateur

L’amour étoilé s’est élevé à nouveau,
au-dessus du pâle fondement du chaos.

Le soleil s’est penché et l’a embrassé,
son front brûlant a frémi de bonheur.

Les murailles immenses de la solitude se sont effondrées,
se dessinant sur la carte qui esquisse son avenir.

L’amour ressuscité tient le cœur de la terre,
le cocher qui conduit son char doré,

répand des fleurs portées par le vent, sans relâche,
éveillant sans fatigue les sens d’un souffle léger.

Et sur sa poitrine, chaque caresse se tisse—
l’amour, prenant et donnant la lumière, éternellement.

 

Elixir

On the road, you find a chest
of joys and sorrows.
You open it every time,
and then,
an unanswered question
in the reckoning of time.

Joys and sorrows together
distill the essence of life,
a powerful drink
to awaken love once more.

Élixir

Sur la route, tu trouves un coffre
rempli de joies et de peines.
Tu l’ouvres à chaque fois,
et puis,
une question sans réponse
dans le face-à-face avec le temps.

Joies et peines ensemble
distillent l’essence de la vie,
une boisson puissante
pour raviver l’amour encore une fois.

 

NIKOS DELGIANNIS