Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

 

  ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

 ΝΙΚΟΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ

       Πέτρινοι τοίχοι, πέτρινο κρεβάτι, πέτρινο τραπέζι. Ένα σπίτι κτισμένο με πέτρα μέσα κι έξω.

    Ο Χάρης και η Σεσίλ στροβιλίζονταν σ΄ αυτό το κρεβάτι όλη τη νύκτα με τα σώματά τους ενωμένα. Μεθυσμένοι από τον έρωτα, ένιωθαν τον πόθο να τους κυριεύει ολοένα και πιο έντονος. Τέλειωναν πλημμυρισμένοι από ηδονή και άρχιζαν ξανά.

    Λίγο πριν ξημερώσει, μόνο τότε αφέθηκαν στα χέρια του ύπνου. Κατάκοποι, αλλά γαλήνιοι, παρασυρμένοι από τις αισθήσεις τους, σαν να είχαν διασχίσει μια θάλασσα με τρικυμία και τώρα ξαπόσταιναν στη χρυσή της αμμουδιά.

    Το σπίτι αυτό το είχαν νοικιάσει για λίγες ημέρες, συγκεκριμένα για μία εβδομάδα, με διαμεσολάβηση ενός ξαδέλφου του Χάρη που έμενε μόνιμα στη Μύκονο. 

    Σάββατο πρωί ετοίμασαν τις αποσκευές τους και κατευθύνθηκαν με τη μηχανή τους στη Ραφήνα.

    Η Σεσίλ καθισμένη πίσω, έσφιγγε τον Χάρη από τη μέση, ενώ ένιωθε το αεράκι να δροσίζει το πρόσωπό της.  Το πλοίο έφευγε στις επτά κι αυτοί έφτασαν μισή ώρα νωρίτερα. Ήταν πολύ χαρούμενοι γιατί πίστευαν ότι θα δικαιωθούν για αυτή την επιλογή τους.

    Επιβιβάστηκαν και εξερεύνησαν χαλαρά το πλοίο. Βρήκαν δυο θέσεις στο κατάστρωμα και κάθισαν. Πόσο ανυπομονούσαν να φτάσουν στο νησί! Το ταξίδι τους ήταν υπέροχο και αυτοί δεν χόρταιναν να αγναντεύουν τη θάλασσα και να απολαμβάνουν τον πρωι-νό ήλιο. Οι γλάροι ανοίγοντας τις μεγάλες φτερούγες τους συνόδευαν το πλοίο σε όλο το ταξίδι. Βουτούσαν κάθε τόσο στο νερό, για να αρπάξουν κάποιο ψάρι, έχοντας από πριν σημαδέψει τον στόχο τους.

    Ο Χάρης έσφιγγε την Σεσίλ από τους ώμους και κάθε τόσο της έδινε ένα φιλί στο στόμα. Ο έρωτας και η χαρά δεν κρύβονται, είναι δημιουργίες με φως και αλήθεια.

    Η Σεσίλ ήταν ιδιαίτερα χαρούμενη γιατί ήταν η πρώτη χρονιά που επισκεπτόταν την Ελλάδα και γευόταν τη μοναδική ομορφιά της. Εκείνη γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια αγροτική περιοχή της Γαλλίας, κοντά στο Αννεσύ.  Ο ουρανός τις περισσότερες ημέρες ήταν συννεφιασμένος και ο αέρας ερχόταν παγωμένος από τα γύρω βουνά.

      Η θάλασσα και ο ήλιος της Ελλάδας την είχαν μαγέψει και όλη αυτή τη μαγεία την εξέπεμπαν τα μάτια της. Ήταν τόσο φωτεινά, γεμάτα πάθος και ικανοποίηση που ξετρέλαιναν τον Χάρη και δυνάμωναν τον έρωτά του για κείνη.

   Τώρα ο προορισμός τους ήταν το πανέμορφο νησί της Μυκόνου, με τις απίθανες παραλίες και το αστείρευτο φως της. Εκτός από τη γραφικότητά της, η ξέφρενη ζωή της νύκτας την είχε κάνει διάσημη σε όλο τον κόσμο. Χιλιάδες τουρίστες συρρέουν κάθε χρόνο για να γευτούν τις ομορφιές της.

   Το ταξίδι είχε μια μικρή καθυστέρηση γιατί το πλοίο έδεσε για λίγο στη Σύρα για να αποβιβάσει κόσμο. Πληγιάζοντας το καράβι στο νησί των ανέμων, φάνηκαν οι ανεμόμυλοι, περήφανοι σαν πέτρινοι γίγαντες. Τα κύματα έσκαγαν με ορμή στον ντόκο και ο καπετάνιος αναγκάστηκε να κάνει αρκετές μανούβρες μέχρι να αγκυροβολήσει το πλοίο.

    Ο Χάρης με την Σεσίλ βρίσκονταν ήδη πάνω στη μηχανή τους και με το που άνοιξε η μπουκαπόρτα βγήκαν από τους πρώτους για να ακολουθήσουν μετά πίσω τους τα αυτοκίνητα.

     Ο Χάρης πάτησε ελαφριά το γκάζι και ξεκίνησαν δίχως όμως να βιάζονται. Είχαν ήδη ρωτήσει για την περιοχή του ενοικιαζόμενου σπιτιού και κατευθύνθηκαν για εκεί.

     Η ιδιοκτήτρια, μία όμορφη γυναίκα γύρω στα σαράντα, τους υποδέχτηκε με ευχάριστη διάθεση. Αλλά και οι δυο τους ήταν χαρούμενοι γιατί τους άρεσε πολύ το  σπίτι.  Ήταν ένα κατάλευκο διώροφο. Τους έδωσε το κλειδί για το ισόγειο. Το ζευγάρι μπήκε μέσα και πραγματικά ενθουσιάστηκε.  Όλα ήταν φτιαγμένα από πέτρα. Το μπάνιο, το κρεβάτι, το τραπέζι. Και πολύ δροσερό.

   Τακτοποιήθηκαν  γρήγορα προκειμένου να κατέβουν στη χώρα της Μυκόνου. Είχαν μεγάλη ανυπομονησία να την περπατήσουν και να την ανακαλύψουν.

    Είχε μεσημεριάσει, ωστόσο δεν τους πτοούσε ο καυτός ήλιος, ούτε  και η ζέστη παρότι καταντούσε κάποιες στιγμές ιδιαίτερα αποπνικτική.   

    Χάθηκαν στα πλακόστρωτα δρομάκια της Χώρας, εντυπωσιασμένοι από το θαύμα αυτό της κυκλαδίτικης αρχιτεκτονικής. Τα χρώματα του ουρανού και της θάλασσας δέσποζαν στα σπίτια, σε κάθε γειτονιά. Δεν ήξεραν ποιο μονοπάτι να ακολουθήσουν, κάθε γωνιά έκρυβε και μια έκπληξη.

   Ο Χάρης αγκάλιασε την Σεσίλ από τους ώμους και εκείνη πέρασε το χέρι της στη μέση του και τον έσφιγγε. Δεν ήξεραν πώς να εκφράσουν τον ενθουσιασμό τους.

Φτάνοντας στην προκυμαία, κάθισαν να πιούν καφέ. Δεν είχε και τόσο μεγάλη κίνηση. Ο κόσμος βρισκόταν στις παραλίες.

Έπιναν τον καφέ και συζητούσαν. Κάποια στιγμή ο Χάρης, κοιτώντας τη θάλασσα και τον ουρανό παρατήρησε πως το φως του ήλιου ήταν πολύ διαφορετικό, πιο έντονο και πιο λαμπερό. Δεν είχε ξανανιώσει σε άλλο μέρος αυτή τη διαφορά. Όλα άστραφταν, τα σπίτια, οι δρόμοι, τα ψαροκάικα, ακόμα και οι άνθρωποι που περπατούσαν ήταν σα να φεγγοβολούσαν τα πρόσωπά τους. Μέσα σ’ αυτό το εκστατικό περιβάλλον, η διάθεσή τους ήταν στα ύψη, σα να μην ένιωθαν κανένα δισταγμό να αποκαλύψουν τις πιο σκοτεινές πλευρές  της ψυχής τους. 

     Ο Χάρης και η Σεσίλ είχαν βολευτεί τόσο πολύ που δεν ήθελαν να φύγουν. Παρήγγειλαν διάφορους μεζέδες και τους απολάμβαναν πίνοντας ουζάκι. Η ώρα περνούσε αλλά ήταν τόσο όμορφα! Πήγε σχεδόν έξι η ώρα το απόγευμα, όταν αποφάσισαν να επιστρέψουν στο σπίτι. Διασχίζοντας το δρόμο, δεν χόρταιναν να θαυμάζουν τη γραφική ομορφιά του νησιού. Έφτασαν στην Μικρή Βενετία, με την υπέροχη θέα προς το πέλαγος και αποφάσισαν να πιούν ένα καφεδάκι. Κουβέντιαζαν και απολάμβαναν  το υπέροχο ηλιοβασίλεμα με τις τόσες εναλλαγές των χρωμάτων στον ουρανό.

      Έπρεπε όμως να επιστρέψουν στο σπίτι για να ξεκουραστούν. Μόλις μπήκαν μέσα στο σπίτι η μεθυστική αύρα που τους είχε κατακλύσει τους οδήγησε κατευθείαν στο κρεβάτι. Το ερωτικό τους παιχνίδι ήταν ασταμάτητο. Τα κορμιά τους βυθίζονταν στο πέλαγος της ηδονής.

     Αποφάσισαν να μείνουν μέσα και ξεκούραστοι την επομένη να αλωνίσουν τις παραλίες. Δεν ήθελαν να φάνε αλλά να πιούν. Το ψυγείο τους ήταν γεμάτο με μπύρες και άλλα δροσιστικά ποτά  που είχαν μεταφέρει από την Αθήνα.

     Το πρωί τους βρήκε σφιχταγκαλιασμένους στο πέτρινο κρεβάτι. Ένα χαμόγελο ευτυχίας διαγραφόταν στα χείλη τους και η διάθεσή τους ήταν στα ύψη. Σηκώθηκαν και πήραν πρωινό στη μικρή αυλή κάτω από τον ίσκιο ενός δέντρου. Στη συνέχεια ετοίμασαν τα απαραίτητα εφόδια και ξεκίνησαν για τις παραλίες με τη μηχανή τους. Είχαν σκοπό τις ημέρες της διαμονής τους να γνωρίσουν και να κολυμπήσουν σε όλες τις παραλίες του νησιού. Ψαρρού, Πλατύς γιαλός, παραλία Ελιά. Στις τρεις αυτές παραλίες πέρασαν την πρώτη τους ημέρα, κολυμπώντας και κάνοντας ηλιοθεραπεία. Η διαδρομή υπέροχη, ένα έντονο αίσθημα ελευθερίας τους είχε κυριεύσει που έπαιρνε πνοή με το φύσημα του ανέμου.

      Το απόγευμα επέστρεψαν στο σπίτι, κατάκοποι αλλά πανέτοιμοι ψυχικά για τη βραδινή τους έξοδο. Έκαναν ένα δροσιστικό ντους και ξάπλωσαν λίγη ώρα να  ξεκουραστούν. Η Σεσίλ άρχισε να χαϊδεύει τον Χάρη στο στήθος και να ψιθυρίζει στο αυτί του λόγια αγάπης. Αυτό στάθηκε η αφορμή για να ξαναρχίσουν τα ερωτικά τους παιχνίδια.

     Η νυκτερινή ζωή της Μυκόνου είναι φημισμένη σε όλο τον κόσμο. Οι τουρίστες έρχονται στο νησί,  όχι μόνο για τις όμορφες παραλίες της αλλά και για τα ωραία μαγαζιά και τα πάρτι που ξεσηκώνουν τις αισθήσεις. Τραγούδι, χορός, καλό φαγητό και άφθονο ποτό σίγουρα ικανοποιούν όλες τις προτιμήσεις των επισκεπτών. Οι νύκτες είναι μαγικές καθώς τις περιβάλλει μία ατμόσφαιρα ερωτική και υποβλητική από κάθε πλευρά.

    Οι δύο νέοι περπατούσαν στα πλακόστρωτα δρομάκια, πιασμένοι από το χέρι, ενθουσιασμένοι για όσα έβλεπαν γύρω τους.

Έφαγαν, ήπιαν και γλέντησαν με την ψυχή τους.

     Τις δύο επόμενες ημέρες, με τη μηχανή τους επισκέφτηκαν και άλλες παραλίες. Ορνός, Παράγκα, Καλό Λιβάδι, Αγ. Στέφανος, Παραντάις, Πάνορμος, ο προορισμός τους καθώς στις αμμουδιές αυτές έχουν χαραχτεί τα χρυσά όνειρα των ερωτευμένων. Στα νερά τους δροσίζονται αιώνες τώρα τα πιο λαμπερά φεγγάρια του χρόνου, ενώ ο ήλιος βυθίζει το κύπελλό του, ταξιδεύοντας τους αιωνόβιους ήρωες της μυθολογίας από την ανατολή στη δύση και αντίστροφα.

     Την τέταρτη ημέρα αποφάσισαν να γνωρίσουν τη Δήλο. Αυτό το μικρό νησί με τη μεγάλη όμως ιστορία και ιερότητα κατά την αρχαιότητα. Ένα μέρος που τιμήθηκε από Έλληνες και ξένους και αποτελεί προορισμό χιλιάδων επισκεπτών από όλο τον κόσμο. Εκεί βρήκε καταφύγιο η Λητώ, κυνηγημένη από την Ήρα για να γεννήσει ακουμπισμένη στον μοναδικό φοίνικα του νησιού, την Άρτεμη, θεά του νυκτερινού φωτός που διαχέει το φως στη γη η σελήνη, προστάτιδα του ζωικού και φυτικού βασιλείου και την επομένη τον πανέμορφο Απόλλωνα, θεό του ημερήσιου φωτός του εκπέμπει στο σύμπαν ο ζωοδότης ήλιος.

     Το πλοιάριο τράβηξε τον κάβο και ξεκίνησε για το ιερό νησί. Όλα ήταν ήρεμα στην αρχή. Τα κύματα έσκαγαν στη μικρή πλώρη που έσχιζε τη θάλασσα. Λίγη ώρα όμως μετά, ο άνεμος δυνάμωσε και το μικρό σκάφος άρχισε να ταλανίζεται με τα κύματα. Ο Χάρης και η Σεσίλ, έσφιγγαν ο ένας το χέρι του άλλου σουφρώνοντας από φόβο τα χείλη τους. Μεγάλες σταγόνες νερού έλουζαν τα πρόσωπά τους.

      Όλοι ήταν τρομαγμένοι καθώς το μικρό πλοιάριο έφτανε στα ύψη κάθε φορά που το χτυπούσαν τα κύματα και στη συνέχεια έσκαβε βαθιά με την πλώρη του τη θάλασσα. Το μόνο που τους παρηγορούσε ήταν η ψυχραιμία του καπετάνιου, ο οποίος γυρνούσε πότε δεξιά, πότε αριστερά το τιμόνι αγναντεύοντας ατάραχος το πέλαγος.

      Επιτέλους μετά από κάμποση ώρα ταλαιπωρίας και τρομάρας φάνηκε η Δήλος. Κατεβάζοντας ταχύτητα ο καπετάνιος, πλησίασε το λιμανάκι και με δυο μανούβρες πλεύρισε στη μικρή προβλήτα. Έριξε τη μικρή άγκυρα και κατέβηκε να δέσει τα σκοινιά στις δέστρες. Οι επιβάτες ζαλισμένοι εξαιτίας της θαλασσοταραχής, αποβιβάστηκαν προσεκτικά από το σκάφος. Ο Χάρης και η Σεσίλ τους ακολούθησαν. Τον φόβο, τον διαδέχτηκε η χαρά γιατί είχαν τώρα την ευκαιρία να γνωρίσουν το ιερό νησί και τα μνημεία του.

     Η Δήλος, ή αλλιώς Φανερωμένη γιατί αναδύθηκε από τη θάλασσα, είναι ο μεγαλύτερος αρχαιολογικός χώρος της Ελλάδας και έχει ανακηρυχθεί από το 1990 μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς. Τα ιερά πολλών θεών κοσμούν το νησί, ενώ στην αρχαιότητα κατοικήθηκε από χιλιάδες ανθρώπους με διαφορετικότητα εθνικότητας και θρησκείας. Ένας μέρος που συνυπήρξαν ειρηνικά πολλοί λαοί της Μεσογείου.

     Ο Χάρης και η Σεσίλ ακολούθησαν τους υπόλοιπους επισκέπτες στην περιήγησή τους μέσα από τα αρχαία μονοπάτια. Η λαμπρότητα του ήλιου ήταν μοναδική και πρωτόγνωρη στη Δήλο. Αποκάλυπτε όλο το μεγαλείο  και τη ξεχωριστή θέση του νησιού στον ελλαδικό χώρο και ότι δεν ήταν τυχαίο που εκεί γεννήθηκαν οι θεοί του φωτός, στις όχθες μιας λίμνης που οι αρχαίοι για να την προστατέψουν τοποθέτησαν δεκαέξι τεράστια μαρμάρινα λιοντάρια να τη φρουρούν.

Διασχίζοντας τα δρομάκια για τα ιερά μνημεία, ο Χάρης τής διηγήθηκε την περίφημη ιστορία της γέννησης της Αρτέμιδος και του Απόλλωνα.

     Εντυπωσιασμένη η Σεσίλ τον άκουγε. Οι γνώσεις της για την ελληνική μυθολογία ήταν γενικές και δεν είχε ασχοληθεί περαιτέρω.  Σύμφωνα λοιπόν με την μυθολογική παράδοση, η μέρα που γεννήθηκαν τα δίδυμα αδέλφια ήταν ξεχωριστή. Η λαμπερή Άρτεμις, η θεά του κυνηγιού και προστάτιδα της φύσης, η οποία γεννήθηκε πρώτη, βοήθησε τη μάνα της, τη Λητώ, στον τοκετό του αδελφού της.  Έτσι όταν ήρθε στον κόσμο ο Απόλλων, ο θεός του Φωτός, της αρμονίας και της μαντικής τέχνης και αντίκρισε το δυνατό φως που περιέλουζε το νησί, η γέννησή του συνοδεύτηκε με τους ύμνους των θεών.

Η Θέμιδα τού έδωσε νέκταρ και αμβροσία και εκείνος μεγάλωσε απότομα, κάνοντας περήφανη τη μάνα του που γέννησε ένα τόσο όμορφο παλικάρι. Ο Απόλλων διάλεξε τα σύμβολα της δύναμής του, το τόξο και τη λύρα για να υμνεί τα έργα του πατέρα του Δία. Τη μέρα εκείνη ολόκληρο το νησί μοσχοβολούσε και τα θεμέλια λέγεται πως έγιναν χρυσαφένια ενώ κύκνοι τραγουδούσαν κάνοντας γύρους πάνω από το νησί.

     Δεν ήξεραν τι να πρωτοθαυμάσουν! Από αυτά τα ερείπια αναδυόταν όλη η θρησκευτική κατάνυξη που συμπλήρωνε τη λατρεία των αρχαίων Ελλήνων. Ο ναός του Ερμή στη Στοά του Φιλίππου, ο Μέγας ναός των Δηλίων για τον Απόλλωνα, η Μινώα Κρήνη, το Άνδηρο των Λεόντων, το Στοιβάδειο με το άγαλμα του Διονύσου και τους δυο ηθοποιούς, οι Ναοί της Ίσιδας και της Ήρας, η οικία του Διονύσου, το θέατρο και άλλα αξιοθαύμαστα μνημεία προκαλούσαν το τεράστιο ενδιαφέρον των επισκεπτών. Τέλος το μουσείο με τα γλυπτά, τα ανάγλυφα και τα αγγεία που έφεραν στο φως οι ανασκαφές.

    Όλοι ένιωθαν τόσο υπέροχα που έβλεπαν από κοντά αυτά και θα ήθελαν βεβαίως  να κάτσουν εκεί κι άλλη ώρα για να τα περιεργαστούν όλα προσεκτικά. Αλλά ως γνωστό, δεν επιτρέπεται η διανυκτέρευση, οπότε το πλοιάριο επέστρεψε το μεσημέρι για να τους φέρει πίσω στη Μύκονο.

     Την επομένη, το πρωί, ο Χάρης και η Σεσίλ, πριν τραβήξουν για τις παραλίες κατέβηκαν στη χώρα για πρωινό. Οι ηλιαχτίδες, με μια ξεχωριστή λαμπρότητα όμοια με αυτή της Δήλου, έλουζαν το νησί σε όλη του την έκταση.

      Γοητευμένοι και οι δυο τους αποφάσισαν να συνεχίσουν το υπόλοιπο της διαμονής τους εκεί με κολύμπι σε όσες παραλίες δεν είχαν πάει ακόμη, αλλά και με την εξερεύνηση της Μυκόνου ανακαλύπτοντας όλη την ιστορία της. Δεν σκόπευαν να κοιμηθούν, τρεις νύχτες θα άντεχαν. Δεν ήθελαν να αφήσουν ούτε ένα λεπτό να περάσει χωρίς να βιώσουν όλη αυτή τη μαγεία. Κυρίως τώρα που μετά από χρόνια το όνειρό τους έγινε πραγματικότητα, το ταξίδι τους στη Μύκονο, αυτό το νησί των Κυκλάδων με το φωτοστέφανο γύρω του, φτιαγμένο από τα χέρια των αρχαίων θεών και βαπτισμένο στο μεγαλείο των χριστιανικού πνεύματος, ένας προορισμός που εξάπτει τη φαντασία, ένα σταυροδρόμι ζωής και έρωτα με παγκόσμια εμβέλεια.

    Η επιστροφή τους στην Αθήνα γέμισε την καρδιά τους θλίψη, γιατί οι διακοπές τέλειωσαν και όλα όσα έζησαν ανήκαν πια στη σφαίρα των αναμνήσεων. Η μνήμη τους θα ανατρέχει πάντα στις πανέμορφες αυτές στιγμές, ωστόσο δεν ήξεραν αν ήταν εύκολο να ξαναπάνε στο νησί αυτό.

     Υπήρχε γενικότερα μία αβεβαιότητα για το πότε θα συναντηθούν ξανά, μιας και η Σεσίλ έπρεπε να επιστρέψει στην πατρίδα της και στην εργασία της.

        Έμειναν μαζί πέντε μέρες ακόμα, κάνοντας ατέλειωτες βόλτες στην Αθήνα. Και πού δεν την ξενάγησε. Γύρισαν όλους τους αρχαιολογικούς χώρους, περπάτησαν αγκαλιασμένοι στους μεγάλους δρόμους της αιώνιας πόλης, ήπιαν και χόρεψαν στα σοκάκια της Πλάκας, πέρασαν μία ολόκληρη μέρα στον Εθνικό κήπο, από νωρίς το πρωί, σεργιανώντας στα δρομάκια του αγκαλιασμένοι και έζησαν με κάθε τρόπο τη νυκτερινή ζωή της πόλης. Ο Χάρης και η Σεσίλ με τη μηχανή γύρισαν και άλλα μέρη της Αττικής, ενώ δύο βράδια διανυκτέρευσαν σε ξενοδοχείο στον Πειραιά. Η Σεσίλ ήταν ενθουσιασμένη με όλες αυτές τις ομορφιές, όμως πάντα στις συζητήσεις τους ανάτρεχαν στη Μύκονο και σε όσα έζησαν εκεί.

     Τελικά έφτασε η μέρα της επιστροφής και του αποχωρισμού της από τον Χάρη. Κάλεσαν το πρωί ένα ταξί και φόρτωσαν τις αποσκευές της Σεσίλ. Σε όλη τη διαδρομή ο Χάρης την έσφιγγε πάνω του από τους ώμους, ενώ ψυχολογικά ήταν και οι δυο τους σε άσχημη κατάσταση.

      Μόλις έφτασαν στο αεροδρόμιο διεκπεραίωσαν όλες τις απαραίτητες διαδικασίες του ταξιδιού. Περιμένοντας να έρθει η ώρα της επιβίβασης, είχαν αγκαλιαστεί σφιχτά και δεν ξεκόλλαγε ο ένας από τον άλλο. Πόσο θα ήθελαν να είναι γρήγορα μαζί. Ήξεραν όμως και πολλά πράγματα στη ζωή δεν γίνονται σύμφωνα με τις επιθυμίες μας. Κι αν  είναι  η τελευταία φορά που βρίσκονται μαζί, κι αν οι αναμνήσεις των διακοπών τους στη Μύκονο και τη Δήλο, όπως και η ξέφρενη ζωή που έζησαν στην Αθήνα και τον Πειραιά έχουν ήδη καταχωνιαστεί στο σκοτεινό ερμάριο του χρόνου; Απορίες που εξέφραζαν σιωπηλά τα μάτια τους. Στα λόγια τους βέβαια υπήρχε η υπόσχεση ότι γρήγορα θα ανταμώσουν ξανά, όσο κι αν αυτό κατά βάθος, φαινόταν εξαιρετικά δύσκολο, εξαιτίας των περιστάσεων της ζωής.

     Η Σεσίλ τον αποχαιρέτησε με ένα παθιασμένο φιλί στο στόμα. Μπαίνοντας στον διάδρομο της αναχώρησης δεν ξεκολλούσε το βλέμμα της από πάνω του. Τα μάτια τους είχαν κατακλυστεί  μ’ εκείνο το λαμπερό φως της Δήλου και της Μυκόνου, ενώ ο Απόλλων με φωτοστέφανο στο κεφάλι, εκεί κοντά, έπαιζε στη λύρα του ένα λυπητερό σκοπό, πλημμυρισμένο όμως από πόθο βαθύ και έρωτα αιώνιο στις θεϊκές νότες του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου